Τι ειρωνεία να σε λένε Ελπίδα, σ’ ένα κόσμο γεμάτο από σκοτωμένες ελπίδες.

Είναι Χριστούγεννα ηλίθια!
Περασμένες τρεις.
Το κρύο σου παγώνει το αίμα και εγώ  βγαίνω έξω για ένα τσιγάρο στα γρήγορα.
Στην κυριολεξία το ρουφάω και μπαίνω μέσα, αλαφιασμένη από τον αέρα.
Βγάζω την κουκούλα της ροζ ρόμπας μου, που έχει λιώσει τα τελευταία δύο χρόνια πάνω μου και την αποχωρίζομαι μοναχά για να την πλένω.
Τα καλοριφέρ που καίμε με χειρουργική ακρίβεια, για να μας φτάσει το πετρέλαιο μέχρι τις γιορτές ,είναι νωπά ακόμη.
Από τον καναπέ που έχω κουρνιάσει, βλέπω απέναντι μου το ψυγείο με τα λιγοστά του πράγματα και νιώθω πως θ’ ανοίξει την πόρτα και θα με φασκελώσει.
Το ήθελες και νίκελ τρομάρα σου!
Σκέφτομαι και γελάω με τον εαυτό μου.
Είναι Χριστούγεννα ηλίθια!
Πως μπορείς και τα βλέπεις όλα τόσο μαύρα;
Δες με πόση επιδεξιότητα οι άνθρωποι στολίζουν τα λαμπάκια τους, έτσι λίγο για το καλό, μπας και φωτίσουν την ψυχή τους που ‘χει από χρόνια βυθιστεί στο σκοτάδι.
Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη και όλες μουντές κι άραχνες.
Οι λογαριασμοί στοίβα επάνω στο τραπέζι, απλήρωτοι κι αυτοί σαν κι εμένα.
Πάνε τώρα έξι μήνες που έχω να δω το υπόλοιπο του λογαριασμού μου να ξεπερνάει το 0,53 λεπτά.
Η μικρή ζήτησε από τον Άγιο Βασίλη τροχόσπιτο.
Αισθάνθηκα να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα στο διάβασμα του γράμματος της.
Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να της το ζωγραφίσω σ’ ένα χαρτόνι, πασπαλίζοντας το με μπόλικη χρυσόσκονη, μήπως και την ξεγελάσω, μήπως δω το χαμόγελο της να σκάει σαν ηλιαχτίδα στο ροδαλό πρόσωπο της.
«Ανίκανη» σκέφτηκα!
Είσαι «ανίκανη» και μια άθλια μάνα που δεν μπορεί να προσφέρει στο παιδί της, τίποτα.
Αυτό το τίποτα που τόσο με σκοτώνει.
Να βλέπεις τα μάτια του παιδιού σου να γυαλίζουν από λαχτάρα, από προσμονή στη θέαση του πολυπόθητου δώρου και στα  δικά σου μάτια σου να  συνωστίζονται λιμνούλες από δάκρυα, έτοιμες να εκραγούν και να γίνουν ποτάμι.
Οι βιτρίνες σε μάραναν, σκέφτηκα.
Δεν κοιτάς τα χάλια σου κυρά μου!
Πόσο σκληρή έχω γίνει με μένα ξαφνικά;
Αναρωτήθηκα!
Η απογοήτευση μ’ έχει παρασύρει μαζί της σ’ έναν αλλιώτικο σκοπό.
Τη στιγμή εκείνη ξεπροβάλλει γι’ ακόμη μια φορά η ακατανίκητη επιθυμία για τσιγάρο.
Ψάχνω στις τσέπες του μπουφάν μου, ανοίγω το πακέτο σαν το ναρκομανή που ετοιμάζεται να πάρει τη δόση του, βλέπω μόνο δύο.
Άστα γι αύριο λέω και βγαίνω να καπνίσω καμιά γόπα.
Κατάντια! Τι κατάντια Θεέ μου!
Δε διαφέρω και πολύ βλέπεις από κείνους που οργώνουν τα πεζοδρόμια, ψάχνοντας για αποτσίγαρα.
Δε με νοιάζει καθόλου πια και ούτε ντρέπομαι.
Η ώρα έχει πάει 5 το πρωί, ξημερώνει και οι σκέψεις μου αργούν να βγάλουν ήλιο.
Πάλι ξαγρύπνησα.
Τι ειρωνεία να σε λένε Ελπίδα, σ’ ένα κόσμο γεμάτο από σκοτωμένες ελπίδες.

Σχόλια