Λίγο πριν παραδοθείς, πάντα αναρωτιέσαι.. υπάρχει τρόπος να σωπάσει η καρδιά;
Όλα ξεκινούν από τη στιγμή που έρχεται η ώρα της αναμέτρησης. Μυαλό και καρδιά αποφασίζουν να παλουκωθούν σε μια τραμπάλα. Από πια μεριά θα γύρει άραγε;
Φορές που η λογική χάνει έδαφος και το συναίσθημα γίνεται ο απόλυτος κυρίαρχος, απαράμιλλος μαέστρος της αναμπουμπούλας και της αυτοκαταστροφής.
Νιώθεις σαν τρένο που έχει εκτροχιαστεί, σαν ταγκό εκτός ρυθμού, σαν ψάρι έξω από τη γυάλα του.
Η ανατροπή καραδοκεί. Έρχεται πάντα αναπάντεχα, χωρίς να μπει στον κόπο ποτέ να σε ρωτήσει.
Σε βρίσκει ανέτοιμο.
Σε πιάνει στα πράσα!
Εξ απήνης.
Τα λουκεταρισμένα θέλω σου ξεκλειδώνονται και νιώθεις την απειλή γύρω σου, να σου χτυπάει τον ώμο.
Κάποιος φώναξε τόσο δυνατά και ξύπνησε τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Κάποιος τράβηξε τα πανιά από τις σκονισμένες επιθυμίες σου, όπως τα σκεπασμένα έπιπλα σ’ ένα σπίτι παρατημένο από καιρό.
Κάποιος εισέβαλλε μέσα στα σκοτάδια σου και έφερε το φως. Τρύπωσε σαν ήλιος από τη χαραμάδα.
Κάποιος είχε το θράσος να ταράξει τα κυνικά νερά σου.
Σφίξιμο και πανικός σε κατακλύζουν.
Οι αντιστάσεις μειώνονται. Είναι φανερό πια.
Θα παραδοθείς ή όχι;
Δίλλημα, ένα ακόμη δίλλημα που καλείσαι ν’ αντιμετωπίσεις.
Η γλυκιά ζάλη της μέθης του άγνωστου σε συνεπαίρνει μαζί της.
Χαμένος κόπος πια!
Ο ήχος του τσουνάμι πλησιάζει στ’ αυτιά σου.
Ποιος θα νικήσει ;
Εσύ ή ο εισβολέας;
Άραγε επρόκειτο για από μηχανή θεό ή έναν ακόμη άσωτο με τη μορφή σωτήρα;
Φορές που η λογική χάνει έδαφος και το συναίσθημα γίνεται ο απόλυτος κυρίαρχος, απαράμιλλος μαέστρος της αναμπουμπούλας και της αυτοκαταστροφής.
Νιώθεις σαν τρένο που έχει εκτροχιαστεί, σαν ταγκό εκτός ρυθμού, σαν ψάρι έξω από τη γυάλα του.
Η ανατροπή καραδοκεί. Έρχεται πάντα αναπάντεχα, χωρίς να μπει στον κόπο ποτέ να σε ρωτήσει.
Σε βρίσκει ανέτοιμο.
Σε πιάνει στα πράσα!
Εξ απήνης.
Τα λουκεταρισμένα θέλω σου ξεκλειδώνονται και νιώθεις την απειλή γύρω σου, να σου χτυπάει τον ώμο.
Κάποιος φώναξε τόσο δυνατά και ξύπνησε τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Κάποιος τράβηξε τα πανιά από τις σκονισμένες επιθυμίες σου, όπως τα σκεπασμένα έπιπλα σ’ ένα σπίτι παρατημένο από καιρό.
Κάποιος εισέβαλλε μέσα στα σκοτάδια σου και έφερε το φως. Τρύπωσε σαν ήλιος από τη χαραμάδα.
Κάποιος είχε το θράσος να ταράξει τα κυνικά νερά σου.
Σφίξιμο και πανικός σε κατακλύζουν.
Οι αντιστάσεις μειώνονται. Είναι φανερό πια.
Θα παραδοθείς ή όχι;
Δίλλημα, ένα ακόμη δίλλημα που καλείσαι ν’ αντιμετωπίσεις.
Η γλυκιά ζάλη της μέθης του άγνωστου σε συνεπαίρνει μαζί της.
Χαμένος κόπος πια!
Ο ήχος του τσουνάμι πλησιάζει στ’ αυτιά σου.
Ποιος θα νικήσει ;
Εσύ ή ο εισβολέας;
Άραγε επρόκειτο για από μηχανή θεό ή έναν ακόμη άσωτο με τη μορφή σωτήρα;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου