Πίσω από κάθε κράξιμο θα βρεις καταπιεσμένα θέλω και δυστυχισμένα ανθρωπάκια.

Βγαίνω έξω στο μπαλκόνι για το τελευταίο μου νυχτερινό τσιγάρο, μια ρουφηξιά πριν από το τέλος βλέπω δύο αγόρια πάνω στην εφηβεία ντυμένα πολύ λεπτά για τα δικά μου δεδομένα, βλέπεις εγώ μεγάλωσα πια και τη ζακέτα δεν την αποχωρίζομαι και εύκολα από πάνω μου.
Σκέφτομαι λοιπόν πως όσο περνάνε τα χρόνια τελικά κρυώνουμε και δεν είναι ότι κρυώνουμε μοναχά εξωτερικά, αλλά και το μέσα μας κρυώνει.
Παλιά δε μας ένοιαζε το κρύο, δε χαμπαριάζαμε τίποτα. Το αίσθημα του κινδύνου δεν το γνωρίζαμε, κάναμε ότι κατέβαζε η κούτρα μας.
Με τον καιρό όμως όλα φιλτράρονται , όλα αλλάζουν σε τέτοιο σημείο που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί.
Το τσιγάρο σβήνει και η σκέψη γυρίζει σε μια ταμπέλα που αναβοσβήνει από το πρωί στο μυαλό μου, με την επιγραφή «κοινωνική κατακραυγή».
Δύο φαινομενικά αθώες λέξεις που όμως γεννήθηκαν για την καταστροφή.
Γκρεμίζουν σπίτια, οδηγούν ανθρώπους στην κατάθλιψη, ακόμη και στον ίδιο το θάνατο.
Έχει αυτή η κοινωνία μία τάση βλέπεις να βάζει τους πάντες και τα πάντα στο κρεβάτι του Προκρούστη.
Αν αναλογιστείς τι συμβαίνει γύρω μας ,θα σου έρθει κόλπος!
Τι γύρω μας και μέσα μας λίγα γίνονται;
Πόσα θέλω θυσιάζονται καθημερινά στο βωμό των πρέπει;
Ζωές βουτηγμένες στο απόλυτο συμβιβασμό από φόβο να μην προκαλέσουν τα λόγια του κόσμου;
Και αναρωτιέμαι ποιου κόσμου ακριβώς!
Αυτού που δε δίνει δεκάρα…
Όλα γύρω μας εξελίσσονται μα το ανθρώπινο είδος, με την έννοια της ανθρωπιάς έχει γίνει δυσεύρετο.
Μεγαλώσαμε μ’ ένα «μη μιλάς» και μ’ ένα «πρόσεχε μη γίνουμε ρεζίλι».
Τις έτρωγες από τον άντρα σου, «σιωπή» σου λέγανε.
Δεν είσαι ευτυχισμένος, «κάνε υπομονή», «δεν θα τ’ αντέξω να χωρίσεις», σου λέγανε.
Δεν ήθελες να παντρευτείς, «πρέπει να κάνεις οικογένεια», «πέρασαν τα χρόνια σου», σου λέγανε.
Έτσι όπως τα έκανες , «κάτσε και φάτα» εν ολίγοις.
Ντροπή το ένα και ντροπή το άλλο…
Η ατμόσφαιρα έχει τη μυρωδιά της καταπίεσης.
Άνθρωποι κάθε μέρα τρελαίνονται, πεθαίνουν από τον καημό τους, από τη μοναξιά τους , από τη φρίκη τους και όλα αυτά για ένα «ρεζίλι».
Αφήσαμε το «ρεζίλι» ν’ ορίζει τη ζωή μας, τις σχέσεις μας, να παίζει με την ψυχή μας ποδόσφαιρο και να την κλωτσάει πέρα δώθε.
Και αν ρεζιλευτείς τι έγινε δηλαδή; Ποιος είναι τόσο ικανός και αλάνθαστος για να σε κρίνει μου λες;
Ποιος; Πες μου έναν!
Όλοι αυτοί οι σεμνότυφοι με τις διπλές ζωές ή εκείνοι που ποστάρουν την ευτυχία τους από το πρωί μέχρι το βράδυ;
Αν ήταν τόσο ευτυχισμένοι δεν θα τους απασχολούσε, δε θα τους ένοιαζε να διαφημιστούν!
Άσε ντε που κανείς μας δε βγάζει φωτογραφίες στις μαύρες του με τα δάκρυα στα μάτια, μέσα στη μουτζούρα από τη μάσκαρα, χτυπώντας το κεφάλι του στον τοίχο, γιατί όσα άκουσε του έπεσαν βαριά για να τα διαχειριστεί.
Το πέπλο της ψευτιάς και της υποκρισίας έχει κουκουλώσει για τα καλά την αλήθεια που πλέον βγαίνει σε κονσέρβα!
Ο καθείς αγαπητοί μου ας κοιτάζει την καμπούρα του και να σκέφτεται πολύ καλά πριν ξεστομίσει οτιδήποτε, όλα γυρνάνε κατ’ εμέ.
Ας ζήσει ο καθένας όπως γουστάρει, αυτή η με το στανιό σιωπή δε βγαίνει σε καλό, σε μπουκώνει και αργά ή γρήγορα σε αρρωσταίνει.
Ας ευτυχήσουμε, αφήνοντας και τους άλλους να ευτυχήσουν.
Δεν αντέχει ο οργανισμός μου πια τόση ανακατωσούρα και κακία.
Νισάφι!
Πίσω από κάθε «κράχτη», κρύβεται ένας καταπιεσμένος ανθρωπάκος που θα ήθελε πολύ, να είχε το κουράγιο αυτού που τα γκρέμισε και τα έφτιαξε ξανά όπως γούσταρε από το μηδέν.

Σχόλια