Ένα “τίποτα” που κάποτε ήταν τα πάντα της..

Τον ονόμασε  «τίποτα» για να ξεφεύγει από τη δύσκολη θέση, κάθε φορά που τη ρωτούσαν τι σκέφτεται, όταν το βλέμμα της βυθιζόταν στο κενό.
Πετούσε ένα «τίποτα» και ξεμπέρδευε έτσι απλά απ’ τις πολλές και φλύαρες κουβέντες, που τόσο την κούραζαν στο πέρασμα του χρόνου.
Τραγική ειρωνεία να σε αποκαλούν «τίποτα», ενώ έχεις υπάρξει τα πάντα!
Να εξηγήσει όμως τι ακριβώς και ποιος ήταν τόσο κοντά στο μυαλό της  για να καταλάβει.
Μεγάλωσε πια!
Βαρέθηκε να χαραμίζει  το σάλιο της, εξηγώντας σε χοντροκέφαλα και ανέραστα  πλάσματα, τι κρύβει μέσα στο δικό της κεφάλι.
Έδινε καθημερινά μάχη για το «τίποτα» της, το κρατούσε αμόλυντο μακριά από τα αδιάκριτα, ενοχλητικά βλέμματα.
Το φυλούσε μόνο για τον εαυτό της.
Έτσι όταν κανείς δεν την έβλεπε μόλις ξημέρωνε το καλημέριζε και μόλις πάλι το σκοτάδι έριχνε το πέπλο του στη μέρα το καληνύχτιζε…
Έπιανε κουβέντα μαζί του, του εκμυστηρευόταν όλα εκείνα που με κανένα δεν είχε τολμήσει να μοιραστεί.
Και κάθε φορά που κατάφερνε κάτι σπουδαίο, ονειρευόταν με ευλάβεια πως το «τίποτα» της  ήταν κάπου εκεί κρυμμένο και την καμάρωνε, ψιθυρίζοντας της: «μπράβο μικρή μου».
Πάντα ήθελε το «τίποτα» της να ναι περήφανο για εκείνη.
Όπως τότε που λάτρευε το χώμα που πατούσε.
Όπως τότε που μετρούσε τις μέρες, τις ώρες ,τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα για να πέσει στην αγκαλιά του.
Χριστέ μου, δεν ήθελε να ξεκολλήσει  από πάνω του.
Θυμάσαι;
Τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα κάθε φορά που ένιωθε το λεωφορείο ν’ απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον σταθμό και η φιγούρα του κορμιού του, με δυσκολία πια αχνοφαινόταν.
Αυτήν τη φιγούρα που τόσο αγάπησε, δεν τη ξανάδε ποτέ.
Όμως δεν έπαψε στιγμή να την κουβαλάει μαζί της.
Το «τίποτα» της βλέπεις, είχε στοιχειώσει κάθε βήμα, κάθε κρυφή επιθυμία και όνειρο της.
Ήταν αδύνατον να σκοτώσει την ύπαρξη του μέσα της.
Μπορεί για τους γύρω της να είχε πεθάνει, όμως εκείνη τον κρατούσε ζωντανό.
Τον κρατούσε δικό της, πλάι της, να της πιάνει το χέρι, να τη στηρίζει σε κάθε δυσκολία και να νιώθει την καρδιά του να χτυπάει πάνω της.
Πέρασε  πολύς καιρός από τότε που έχει ν’ αντικρίσει τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείνουν μόνο για εκείνην.
Αναρωτιέται συχνά πόσο βαθειά άραγε να χει φτάσει κάποια άλλη στην ψυχή του «τίποτα» της;
«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ..» .Αγαπημένος Γιώργος Σεφέρης.
Αυτή η φράση τη συντρόφευε.
Μόνο που δεν ήταν φόβος πια, ήταν μια πραγματικότητα που καθόλου πλέον δεν την τρόμαζε.
Είχε συνηθίσει να ζει έτσι.
Αυτή η παράλογη συνήθεια για κάποιους ,για κείνην ήταν η ζωή της.
Είχε μάθει ν’ ανοίγει τα χέρια της διάπλατα και ν’ αγκαλιάζει το αόρατο «τίποτα» της.
Δεν ήταν μόνη, αυτό το φαινομενικό «τίποτα» ήταν το δικό της «πάντα».
Αυτά τα «τίποτα» είναι που κρατούν αναμμένα  τα φώτα στα σπίτια τις νύχτες ,αυτά τα μοναδικά, ξεχωριστά, αθόρυβα «τίποτα» που στο πέρασμα τους προκαλούν τόσο κρότο. Κάποτε υπήρξαν τα πάντα  για μας και ο καθένας μας τα σέρνει μαζί του ανάμεσα στα χρόνια σαν επτασφράγιστα μυστικά, αναβιώνοντας τα ξανά και ξανά στα όνειρα του.

Σχόλια